Η υστεροσκόπηση είναι μία μέθοδος που επιτρέπει την άμεση επισκόπηση της κοιλότητας του τραχήλου και της μήτρας με τη χρήση ενδοσκοπίου. Αποτελεί την πιο σύγχρονη μέθοδο για τη διάγνωση και θεραπεία των περισσοτέρων παθολογικών καταστάσεων, αφού μπορούμε να έχουμε άμεση εικόνα της μήτρας και να προχωρήσουμε στη χειρουργική αποκατάσταση αν κριθεί απαραίτητο.

Τι μπορούμε να διαγνώσουμε με την υστεροσκόπηση;

Η υστεροσκόπηση έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα χρήσιμη αφού μας δίνει τη δυνατότητα να δειρυρευνύσουμε την κατάσταση γυναικών που μπορεί  να έχουν διαταραχές γονιμότητας, να αντιμετωπίζουν ζητήματα επαναλαμβανόμενων αποβολών ή μητρορραγίας ακόμη και μετά την εμμηνόπαυση. Άλλες ενδείξεις υστεροσκόπησης αποτελούν η ολιγομηνόρροια, η πρωτοπαθής και δευτροπαθής στείρωση, οι εκ γενετής ανωμαλίες διάπλασης της μήτρας, οι τραυματισμοί της μήτρας, τα ενδομητρικά σπειράματα που δεν έχουν τοποθετηθεί σωστά κ.α.

Η διαγνωστική υστερσκόπηση γίνεται στο ιατρείο με την προϋπόθεση ότι είναι κατάλληλα εξοπλισμένο, αφού δεν απαιτεί γενική αναισθησία. Είναι μία διαδικασία που δεν απαιτεί χειρουργική τομή και δεν συγκαταλέγεται στις επεμβατικές τεχνικές. Μετά το πέρας της εξέτασης η γυναίκα μπορεί να επιστρέψει κανονικά στις δραστηριότητες και την εργασία της. Το μόνο που θα της ζητηθεί είναι να αποφύγει τις κολπικές πλύσεις και τη σεξουαλική επαφή για διάστημα δύο ημερών.

Η διαδικασία πραγματοποιείται μετά τη λήξη της περιόδου, γιατί η ενδομητρική κοιλότητα είναι στην καταλληλότερη φάση για να γίνει σωστή εκτίμηση.

Ποια η διαδικασία της διαγνωστικής υστεροσκόπησης;

Στη διαγνωστική υστεροσκόπηση η γυναίκα τοποθετείται σε ύπτια θέση στο χειρουργικό τραπέζι και αφού γίνει αντισηψία των έξω γεννητικών οργάνων, προχωρούμε στη γυναικολογική κολπική εξέταση για να διαπιστωθεί η τοπογραφία της μήτρας. Στη συνέχεια με τη βοήθεια κολποδιαστολέα επιτυγχάνεται διάταση του τραχήλου, ώστε να μπορέσει να περάσει το υστεροσκόπιο. Μόλις διαταθεί επαρκώς εισάγεται το υστροσκόπιο στον τράχηλο και προχωρά ως την ενδομητρική κοιλότητα.

Αυτός ο τρόπος μας επιτρέπει να έχουμε άριστη οπτική επαφή από το τοίχωμα έως τον πυθμένα του ενδομητρίου και τα σαλπιγγικά στόμια. Σε όλη τη διάρκεια της εξέτασης το υστεροσκόποιο κάνει ήπιες κινήσεις, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται αέριο του διοξειδίου του άνθρακα ως μέσο διάτασης.

Ταυτόχρονα με την εξέταση μπορεί αν κριθεί απαραίτητο να γίνει και μικρο-επεμβατική υστεροσκόπηση με χρήση τοπικής αναισθησίας. Επειδή υπάρχει ένα μικρό ενδεχόμενο αιμαρραγιών της μήτρας, η υστεροσκόπηση γίνεται τις περισσότερες φορές σε νοσοκομειακούς χώρους

Τι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε με την χειρουργική υστεροσκόπηση;

Όταν μέσω της διαγνωστικής υστεροσκόπησης διαγνωστεί μία κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπιστεί, τότε προχωράμε σε χειρουργική υστεροσκόπηση. Η διαδικασία της χειρουργικής υστεροσκόπησης μοιάζει με αυτή της διαγνωστικής με τη διαφορά ότι μέσω του υστεροσκοπιού εισάγονται στην κοιλότητα του ενδομητρίου και μικρά χειρουργικά εργαλεία. Ενδείξεις για την χειρουργική υστεροσκόπηση αποτελούν η αφαίρεση μικρών πολυπόδων, η λύση απλών συμφύσεων, η λήψη βιοψιών, η αφαίρεση σπειραμάτων, η θεραπεία αιμορραγιών της μήτρας κ.α.

Ποια η διαδικασία της χειρουργικής υστεροσκόπησης;

Η χειρουργική υστεροσκόπηση γίνεται στο νοσοκομείο σε κατάλληλα εξοπλισμένη μονάδα και από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό. Πριν την επέμβαση η γυναίκα υποβάλλεται σε προεγχειρητικό έλεγχο, και σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται η λήψη φαρμακευτικής αγωγή για να προετοιμαστεί κατάλληλα το ενδομήτριο.

Σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης χρησιμοποιείται γενική αναισθησία. Η ασθενής παραμένει στο νοσοκομείο για δύο έως τέσσερις ώρες. Μετά και το πέρας της νοσηλείας η γυναίκα μπορεί να αισθάνεται πόνο, παρόμοιο με αυτό της περιόδου, ο οποίος  αντιμετωπίζεται με απλά αναλγητικά. Κατά περίπτωση μπορεί να παρατηρηθεί αυξημένη κολπική έκκριση ή μικρή απώλεια αίματος, που όμως δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας.

Μετά από μία με δύο μέρες η γυναίκα επιστρέφει κανονικά στις ασχολίες της. Η μικρή ροή αίματος μπορεί να συνεχιστεί για διάστημα έως τριών εβδομάδων. Η ασθενής μπορεί να έχει σεξουαλική επαφή μετά την πρώτη εβδομάδα, εφόσον δεν  παρατηρείται ροή αίματος.

Σε σπάνιες περιπτώσεις εμφανίζονται επιπλοκές. Η πιο συνηθισμένη είναι διάτρηση της μήτρας, αλλά είναι μία βλάβη που επουλώνεται αυτόματα. Αν δεν έχουν ληφθεί επαρκή μέτρα αντισηψίας η γυναίκα μπορεί να κινδυνεύσει από φλεγμονή ή λοίμωξη.

Οι σοβαρότερες επιπλοκές συνδέονται με τα μέσα διάτασης της μήτρας. Όταν χρησιμοποιείται αέριο διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να προκληθεί η εμβολή αερίου, με αποτέλεσμα αρρυθμίες, υπερκαπνία κτλ. Στην περίπτωση χρήσης υγρών μέσων μπορεί να δημιουργηθούν διαταραχές ηλεκτρολυτών με αποτέλεσμα την πρόκληση εγκεφαλικού οιδήματος, διαταραχών των ηλεκτρολυτών, υπονατριαιμία, οξύ πνευμονικό οίδημα κ.α. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι σοβαρές επιπλοκές που μπορεί να απειλήσουν τη ζωή της ασθενούς, είναι πολύ σπάνιες.